Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Βαρναβιώτες-Νταρανιώτες


Όταν ήμασταν πιτσιρίκια,κατά βάση τα αγόρια,και θέλαμε να χωριστούμε σε ομάδες,εκτός από τα διάφορα «τουκιθεμπλόμ»,χρησιμοποιούσαμε κι ένα γεωγραφικό διαχωρισμό.Προτού μιλήσω γι΄ αυ- τόν,πρέπει να πω ότι την διαδικασία διαμοίρασης παικτών σε ομάδες,την αποκαλούσαμε «να τα βγάλουμε».Αυτό επειδή έβγαιναν,ξεχωρίζονταν δηλαδή,οι αντίπαλοι.Υπήρχαν πολλοί τρόποι,διάφο- ρα τουκιθεμπλόμ,που τα βγάζαμε.Σχεδόν κανένα δεν θυμάμαι πια.Ίσως,κάπου μέσα στο ατέλειωτο χαρτοβασίλειο των σημειώσεών μου να έχω καταγράψει αυτούς τους παιδικούς τρόπους μοιρασιάς. Επινοούσαμε και εμείς τέτοιες μεθόδους.Μου φαίνεται ότι είχαμε και ένα αρβανίτικο στιχάκι ή κάτι τέτοιο για να τα βγάζουμε,αλλά δεν το έχω συγκρατήσει.
Ο γεωγραφικός διαχωρισμός που προανάφερα ήταν Βαρναβιώτες-Νταρανιώτες ή αλλιώς Βάρα-Ντάρα.Ντάρα στα αρβανίτικα σημαίνει απέναντι,αντίκρυ,η άλλη πλευρά.Για να καταλάβουμε τον λόγο αυτής της τοπολογικής αναφοράς πρέπει να δούμε τον παλιό Βαρνάβα όπως τον διασώζουν οι θύμησες και οι αφηγήσεις.Υπήρχε ένα ρέμα που κατέβαινε από του Σπυρομπότσιου,πέρναγε από του Λούπη,κατέβαινε στη βρύση και χυνόταν στο ρέμα που υπάρχει και σήμερα κάτω από το σπίτι του Μητσοτσουτσάνη.Όλη η πλευρά στα Δυτικά του ρέματος λεγόταν Ντάρα,η απέναντι πλευρά.Ο λόγος που η Ανατολική πλευρά του ρέματος εθεωρείτο ως ο κύριος οικισμός φαίνεται ότι έχει να κάνει με το ότι εκεί βρισκόντουσαν η εκκλησία του χωριού και το κοινωνικό κέντρο,δηλαδή η πλα- τεία.Εν πάση περιπτώσει,εμείς ως μικρά παιδιά ξέραμε (έτσι το βρήκαμε) ότι το χωριό μας,ο Βαρνά- βας,μοιράζονταν στα δύο.Το όριο ήταν ο δημόσιος δρόμος από του Νικογκούμα ως την πλατεία και από κει ως την εκκλησία.Αριστερά ήταν η Βάρα,το 1/3 του χωριού και Δεξιά ήταν η Ντάρα τα 2/3 του χωριού.Παρεμπιπτόντως,να αναφέρω ότι σε μια πηγή του 1836 που είχα βρει,ο Βαρνάβας είχε τότε 16 σπίτια.Αυτό σημαίνει ότι ένας αριθμός οικογενειών έμενε μόνιμα έξω από τον οικισμό,σε μαντριά, καλύβες και περιβόλια.Δεν πρέπει να είναι τυχαίο που το αριστερό κομμάτι,αν και μικρότερο,καρ- πώθηκε το όνομα (Βαρνάβας ή Βάρα) μιας και εκεί βρισκόντουσαν,όπως προανέφερα,η εκκλησία,η πλατεία με τα καφενεία και το παντοπωλείο του Λέπουρη,αλλά και το σχολείο,το κοινοτικό κατά- στημα,οι δυο πριονοκορδέλες (του Αναστασίου και του Δήμα-Χιώτη).Εκεί έγινε και το νηπιαγωγείο αργότερα,σε αυτή την πλευρά φτιάχτηκε και το βενζινάδικο.Εκεί υπήρχε και υπάρχει ακόμα,το αρχοντικό του Θανασμέξη,περιβλημένο από ψηλή μάντρα που δεν μας επέτρεψε ποτέ να μπούμε στο εσωτερικό του,ακόμα και τότε που μικρούληδες λέγοντας τα κάλαντα τρυπώναμε σε κάθε γω- νιά και ξέραμε τον τόπο μας σπιθαμή με σπιθαμή.
Δίπλα στο σχολείο υπήρχε και το παντοπωλείο του Φάνη.
Αντιθέτως,στη Ντάρα υπήρχε μόνο το παντοπωλείο του Βούλγαρη που εφοδίαζε όλη την πλευρά. Στα τελευταία χρόνια έβαλε ο ιδιοκτήτης του κι ένα ποδοσφαιράκι,όπου εκτυλίχθηκαν γερές μάχες. Υπήρχε ακόμα και ένα μυστήριο ψιλικατζίδικο,της Αντωνκότενας,που διέθετε κλωστές,καμβάδες και τέτοια.Με είχε στείλει η μάνα μου κάποιες φορές να ψωνίσω,αλλά δεν θυμάμαι λεπτομέρειες.
Αυτή ήταν χοντρικά η οικονομική και κοινωνική διάταξη του Βαρνάβα ως το 1970 περίπου.Κάπου εκεί ήρθε και το τηλέφωνο-τηλέγραφος στο χωριό,στο μαγαζί του Αναστασίου,δίπλα στο δημοτικό σχολείο,στη Βάρα φυσικά.Το 1969 έφερε την πρώτη τηλεόραση ο Νικολούπης στο καφενείο του.Να σκεφτεί κανείς ότι δώδεκα χρόνια μόλις πιο πριν,το 1957,είχε έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα στην κοινότη- τά μας.Για να ολοκληρώσω αυτήν την αποτύπωση,να πω ότι το 1972 υπήρχαν μόνο τέσσερα αμάξια (κούρσες) στο χωριό.
Έτσι λοιπόν,ένας τρόπος που χωριζόμασταν,για να ξαναέρθω στην αρχή,ήτανε Βαρναβιώτες-Ντα- ρανιώτες.Κυρίως παίζαμε κρυφοκυνηγητό,καουμπόηδες-ινδιάνοι και φυσικά μπάλα (ποδόσφαιρο). Παίζαμε και πόλεμο,που πολλές φορές λάμβανε άγριες,αιματηρές διαστάσεις.Κεφάλια άνοιγαν από πέτρες,καρούμπαλα και μώλωπες ξεφύτρωναν από μονομαχίες,αλλά δεν υπήρχε καμία εχ- θρότητα,μόνο η ένταση του παιχνιδιού.Στο τέλος ήμασταν πάντα όλοι αγαπημένα φιλαράκια.
Συνηθισμένα ήταν το κουτσό,τα μήλα,το δαχτυλίδι,η μακριά γαϊδούρα,η ρόδα,τα πατίνια.Υπήρχαν και καθαρά αρβανίτικα παιχνίδια,όπως το «φίτσιο»,αλλά γι΄ αυτά θα αφιερώσω ιδιαίτερη ενότη- τα.Θέλω να σταθώ τελειώνοντας,σε ένα παιχνίδι που είχε επινοήσει η γενιά μου,το χτύπημα: Η ομάδα έβγαζε έναν μπάστακα και όλοι οι υπόλοιποι ανεβαίναμε δίπλα στο καφενείο της Γιού- λας,εκεί που είναι σήμερα η καφετέρια του Κουκούλα,και βάζαμε στη άκρη του τοίχου το ένα μας πόδι.Ο μπάστακας ήταν από κάτω,στο δρόμο,και προσπαθούσε να χτυπήσει κάποιο πόδι από τους πάνω.Αν τα κατάφερνε,ο «χτυπημένος» γινόταν μπάστακας.Ένα αθώο,ευχάριστο,κινητικό παιχνίδι!
Μια παλιά εποχή,αν και πέρασαν μόνο 40 χρόνια,που είχε άλλα χρώματα,άλλα μυαλά,άλλες α- ντιλήψεις.Τότε που βάζαμε το αυτί στην άσφαλτο για να ακούσουμε αν έρχεται κάποιο αυτοκί- νητο.Τότε που πηγαίναμε στη Βάρεζε,στην είσοδο του χωριού και περιμέναμε το λεωφορείο και το συνοδεύαμε τρέχοντας μέχρι την πλατεία...

Στην φωτογραφία,η Πέμπτη και η Έκτη τάξεις του δημοτικού σχολείου Βαρνάβα,Μάιος 1973.Εγώ είμαι ο τρίτος από αριστερά.Τελευταίος δεξιά,ο Κώστας Πέτρου,αξιωματικός του πολεμικού ναυτι- κού σήμερα,κυβερνήτης υποβρυχίου.Δίπλα μου ο Χρήστος Αποστόλου,γεωπόνος στο Καπανδρίτι. Δυστυχώς,τρεις από την παρεούλα δεν είναι πια μαζί μας.Ο Βαγγέλης Πέππας,ο Γιάννης Δήμας  και η Ελένη Τουρκαντώνη.

Γιάννης Β. Πέππας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια να σχετίζονται με την ανάρτηση και να είναι ευπρεπή.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.